poster 500KORITS

Όταν οι σιωπές γίνονται πιο επικίνδυνες από τις αλήθειες

Μια παράσταση για τις αθέατες όψεις της οικογένειας, τη βία των στερεοτύπων και την απόσταση ανάμεσα στην αγάπη και την πραγματική γνώση του άλλου
«Τα κορίτσια δεν πρέπει να παίζουν ποδόσφαιρο» της Καταλανής θεατρικής συγγραφέως Μάρτα Μπουτσάκα ανήκει αναμφίβολα στην κατηγορία των παραστάσεων που, μέσα από μια ιστορία, καταφέρνουν να ξεκλειδώσουν ερωτήματα τα οποία ο θεατής συχνά αποφεύγει να θέσει ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό
Με έναν τίτλο που αρχικά μοιάζει να παραπέμπει σε μια συνηθισμένη, σχεδόν ξεπερασμένη κοινωνική προκατάληψη, το έργο ξεδιπλώνει σταδιακά έναν πολύ ευρύτερο και βαθύτερο προβληματισμό. Γιατί το ποδόσφαιρο εδώ δεν είναι παρά η αφορμή. Είναι το σύμβολο μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να μοιράζει δικαιώματα, επιθυμίες και δυνατότητες με βάση προκαθορισμένους ρόλους. Μιας κοινωνίας που συχνά αγαπά τους ανθρώπους της με τον τρόπο που εκείνη έχει αποφασίσει ότι πρέπει να είναι και όχι με τον τρόπο που πραγματικά είναι.
Στον Μικρό Κεραμεικό, η σκηνοθετική προσέγγιση του Αποστόλη Ψαρρού δίνει ζωή σε ένα έργο που κινείται ανάμεσα στο οικογενειακό δράμα, το ψυχολογικό θρίλερ και την κοινωνική παρατήρηση, δημιουργώντας μια θεατρική εμπειρία που δεν εξαντλείται στην αποκάλυψη της πλοκής, αλλά συνεχίζει να λειτουργεί στη σκέψη του θεατή και μετά το τέλος της παράστασης.
omadiki KORITSIA
Ένα ατύχημα, τρεις ζωές και μια αλήθεια που αρνείται να μείνει κρυμμένη
Η ιστορία ξεκινά από ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα. Τρεις άνθρωποι, ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, μια νεαρή γυναίκα και ένας μεσήλικας άνδρας, βρίσκονται στο ίδιο αυτοκίνητο και καταλήγουν στο νοσοκομείο. Οι συγγενείς τους συγκεντρώνονται στην αίθουσα αναμονής, χωρίς αρχικά να γνωρίζουν ούτε τη μεταξύ τους σχέση ούτε τις πραγματικές συνθήκες που οδήγησαν στο ατύχημα.
Η αναμονή μετατρέπεται σε μια διαδικασία σταδιακής αποκάλυψης. Οι πληροφορίες είναι αποσπασματικές, οι εκδοχές δεν συμπίπτουν, οι βεβαιότητες αμφισβητούνται και οι άνθρωποι που θεωρούν ότι γνωρίζουν καλύτερα τους δικούς τους καλούνται να αντιμετωπίσουν μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική από εκείνη που είχαν κατασκευάσει στο μυαλό τους.
Η Μπουτσάκα χειρίζεται με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία την πληροφορία και την ανατροπή. Δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε επιτρέπει στον θεατή να επαναπαυθεί σε μια πρώτη εντύπωση. Αντίθετα, οικοδομεί μια αφήγηση που λειτουργεί σαν ένα σύνθετο παζλ ανθρώπινων σχέσεων. Κάθε νέα αποκάλυψη μεταβάλλει όσα θεωρούσαμε δεδομένα και αναγκάζει το κοινό να επανεξετάσει τις κρίσεις του.
Το πραγματικό ενδιαφέρον, ωστόσο, βρίσκεται πέρα από το μυστήριο του ατυχήματος. Βρίσκεται στην αδυναμία των ανθρώπων να επικοινωνήσουν ουσιαστικά, στην άγνοια που μπορεί να υπάρχει ακόμη και στις πιο στενές οικογενειακές σχέσεις και στον τρόπο με τον οποίο οι προκαταλήψεις μετατρέπονται, συχνά ανεπαίσθητα, σε μορφές συναισθηματικής βίας.
Η συγγραφέας αφήνει τους ήρωες να αποκαλύψουν τις αντιφάσεις τους, τις αδυναμίες τους, τις επιθυμίες και τα τραύματά τους. Έτσι, το έργο αποκτά μια ουσιαστική ανθρώπινη διάσταση και αποφεύγει τον εύκολο διδακτισμό.
omadikipodosfairo
Η σκηνοθετική ματιά του Αποστόλη Ψαρρού: Το μυστήριο ως δρόμος προς την ανθρώπινη αλήθεια
Ο Αποστόλης Ψαρρός αναλαμβάνει ένα πολυεπίπεδο σκηνοθετικό εγχείρημα, καθώς καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην αγωνία της αστυνομικής αποκάλυψης και στη συναισθηματική πυκνότητα ενός έργου που εξετάζει τις πιο σκοτεινές πλευρές των ανθρώπινων σχέσεων.
Η σκηνοθετική του προσέγγιση επιλέγει να στηριχθεί στην ουσία του κειμένου και στη δύναμη των ηθοποιών. Η σταδιακή αποκάλυψη των γεγονότων αποτελεί τον βασικό μηχανισμό της παράστασης, ενώ η ένταση γεννιέται κυρίως από όσα υπονοούνται, όσα αποσιωπώνται και όσα οι ήρωες δυσκολεύονται να παραδεχτούν.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επιλογή της λιτής σκηνικής εγκατάστασης. Η αίθουσα αναμονής δεν λειτουργεί απλώς ως ο τόπος στον οποίο συναντώνται τα πρόσωπα. Μετατρέπεται σε έναν ενδιάμεσο χώρο, όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει παγώσει και όπου οι ανθρώπινες βεβαιότητες δοκιμάζονται. Ένας χώρος αναμονής για μια ιατρική εξέλιξη, αλλά ταυτόχρονα ένας χώρος αναμονής για την αλήθεια.
Η διπλή ευθύνη του Ψαρρού, στη σκηνοθεσία αλλά και στη σκηνική εγκατάσταση και τους φωτισμούς, συγκροτεί μια ενιαία αισθητική αντίληψη. Η οπτική λιτότητα αφήνει τις συγκρούσεις να αναπτυχθούν μέσα από τις ανθρώπινες παρουσίες και τη διαρκώς μεταβαλλόμενη συναισθηματική θερμοκρασία της σκηνής.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η σκηνοθεσία αντιμετωπίζει το έργο με ζητούμενο όχι απλ'ως  μόνο να ανακαλύψουμε τι συνέβη, αλλά να καταλάβουμε γιατί οι άνθρωποι έφτασαν μέχρι εκεί. Και αυτή ακριβώς η μετατόπιση από το γεγονός στα αίτιά του αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της παράστασης.
evgenia panagopoulou apost psarros ioan anemogianni
Τρεις ερμηνείες, τρεις διαφορετικές όψεις της ανθρώπινης ευαλωτότητας
Η παράσταση στηρίζεται αποφασιστικά στην ερμηνευτική συνύπαρξη της Ευγενίας Παναγοπούλου, της Ιωάννας Ανεμογιάννη και του Αποστόλη Ψαρρού. Οι τρεις ηθοποιοί καλούνται να υπηρετήσουν χαρακτήρες που διαθέτουν διαφορετικά επίπεδα ψυχολογικής πολυπλοκότητας.
Η Ευγενία Παναγοπούλου ξεχωρίζει με την ερμηνευτική της ενέργεια και την ικανότητά της να αποδίδει τις αντιφάσεις μιας μητρικής φιγούρας που συνδυάζει την καθημερινή οικειότητα με την καταπιεστική διάθεση. Η ηρωίδα της δεν είναι μια μονοδιάστατη αυταρχική μητέρα. Είναι ένας άνθρωπος που θεωρεί ότι γνωρίζει τι είναι καλύτερο για το παιδί του, χωρίς να αντιλαμβάνεται πάντοτε πόσο περιοριστικά μπορούν να λειτουργήσουν οι δικές του πεποιθήσεις.
Η Παναγοπούλου καλείται να κινηθεί ανάμεσα στην ένταση, την ανησυχία, την αμηχανία και την ανάγκη ελέγχου. Η ερμηνευτική της προσέγγιση αναδεικνύει τη δυσκολία να διαχωριστεί η γονεϊκή αγάπη από την επιθυμία επιβολής. Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία του χαρακτήρα: η πεποίθηση ότι η αγάπη δικαιολογεί τα πάντα.
Η Ιωάννα Ανεμογιάννη προσεγγίζει τον ρόλο της με εσωτερικότητα και ευαισθησία. Η ερμηνευτική της δύναμη βρίσκεται στην αποτύπωση της ευαλωτότητας, των ψυχικών τραυμάτων και της δυσκολίας ενός ανθρώπου να εκφράσει όσα βιώνει. Δεν χρειάζονται πάντοτε μεγάλες εξάρσεις για να αποδοθεί ο πόνος. Μερικές φορές ένα βλέμμα, μια παύση ή μια συγκρατημένη αντίδραση αρκούν για να αποκαλύψουν έναν ολόκληρο εσωτερικό κόσμο.
20261005 225641
Η Ανεμογιάννη προσδίδει στον χαρακτήρα της μια τρυφερότητα που ενισχύει  τη δραματική του ένταση, καθώς ο θεατής αντιλαμβάνεται σταδιακά πόσα μπορεί να κρύβονται πίσω από μια φαινομενικά ήσυχη παρουσία.
Ο Αποστόλης Ψαρρός, πέρα από τη σκηνοθετική του ιδιότητα, συμμετέχει και ως ηθοποιός, αναλαμβάνοντας έναν ρόλο με ιδιαίτερες ψυχολογικές απαιτήσεις. Η ερμηνεία του αξιοποιεί τη διάσταση ανάμεσα στην εξωτερική εικόνα και στην εσωτερική πραγματικότητα του προσώπου. Η φαινομενική οικειότητα και η καθημερινότητα της παρουσίας του δημιουργούν ένα ενδιαφέρον ερμηνευτικό πεδίο, καθώς η εικόνα του χαρακτήρα αποκτά σταδιακά περισσότερες και πιο σκοτεινές αποχρώσεις.
Η ερμηνευτική του συμβολή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη δραματουργική λειτουργία της παράστασης, καθώς η αμφισημία αποτελεί βασικό στοιχείο της αφήγησης.
Το σημαντικότερο είναι ότι οι τρεις ηθοποιοί δεν λειτουργούν ως απομονωμένες ερμηνευτικές μονάδες. Οι χαρακτήρες τους αποκτούν πραγματική υπόσταση μέσα από τη μεταξύ τους σχέση, τις συγκρούσεις και τις αντιθέσεις τους.
723844224 18446020690137286 2841133704418834536 n
Οι υπόλοιποι συντελεστές: Η αθέατη εργασία που συγκροτεί τη θεατρική εμπειρία
Μια παράσταση δεν είναι ποτέ αποκλειστικά υπόθεση του συγγραφέα, του σκηνοθέτη και των ηθοποιών. Είναι αποτέλεσμα μιας συλλογικής δημιουργικής διαδικασίας, στην οποία κάθε επιμέρους συμβολή συμμετέχει στη διαμόρφωση της τελικής σκηνικής ταυτότητας.
Στο «Τα κορίτσια δεν πρέπει να παίζουν ποδόσφαιρο», η μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και του Δημήτρη Ψαρρά αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό θεμέλιο. Η μεταφορά ενός σύγχρονου καταλανικού θεατρικού κειμένου στα ελληνικά απαιτεί όχι μόνο γλωσσική ακρίβεια, αλλά και διατήρηση της φυσικότητας του διαλόγου, της ψυχολογικής έντασης και των λεπτών αποχρώσεων των χαρακτήρων. Η σκηνική αποτελεσματικότητα ενός έργου που στηρίζεται τόσο πολύ στην επικοινωνία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αμεσότητα και τη ζωντάνια του μεταφρασμένου λόγου.
Η Κική Γραμματικοπούλου, με την επιμέλεια των κοστουμιών, η Βάσω Παγιοπούλου, ως βοηθός σκηνοθέτη, ο Κωνσταντίνος Σελλάς, με τον σχεδιασμό της αφίσας, ο Γιώργος Σαββουλίδης, μέσα από τη φωτογραφική καταγραφή, η Χριστίνα Φυλακτοπούλου με την τεχνικη υποστήριξη και ο Παναγιώτης Πασχάλης, με την επιμέλεια του βίντεο, συμβάλλουν καθοσριστιλά με όλες αυτές τις επιμέρους δημιουργικές και τεχνικές εργασίες που συγκροτούν ένα ενιαίο σύνολο. Και αυτή είναι η ουσία του θεάτρου: μια τέχνη συλλογική, στην οποία η τελική εικόνα είναι πάντοτε μεγαλύτερη από το άθροισμα των επιμέρους συνεισφορών.
Ο τίτλος ως κοινωνικό σχόλιο και η βία που κρύβεται στις καθημερινές λέξεις
Αν υπάρχει ένα στοιχείο που καθιστά το έργο της Μάρτα Μπουτσάκα ιδιαίτερα επίκαιρο, αυτό είναι ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει την έμφυλη ταυτότητα και τα κοινωνικά στερεότυπα χωρίς να περιορίζεται σε μια επιφανειακή αντιπαράθεση ανδρικού και γυναικείου κόσμου.
Η φράση «Τα κορίτσια δεν πρέπει να παίζουν ποδόσφαιρο» λειτουργεί σαν μια μικρή πρόταση με τεράστιο κοινωνικό φορτίο. Πίσω της βρίσκεται μια ολόκληρη αντίληψη για το τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται, για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται ένα παιδί, για το ποια όνειρα θεωρούνται αποδεκτά και ποια αντιμετωπίζονται ως παραβίαση της κανονικότητας.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι τέτοιες αντιλήψεις δεν εκφράζονται πάντοτε με επιθετικότητα. Μπορούν να διατυπωθούν με τη μορφή συμβουλής, προστασίας ή ακόμη και ενδιαφέροντος. Μπορούν να αποτελούν μέρος της καθημερινής οικογενειακής γλώσσας, χωρίς εκείνος που τις εκφέρει να αντιλαμβάνεται τη βία που ενδεχομένως εμπεριέχουν.
Η παράσταση αναδεικνύει με ιδιαίτερη ευαισθησία και μια δεύτερη, εξίσου σημαντική διάσταση: τη σιωπή. Τη σιωπή των παιδιών που δεν βρίσκουν τον τρόπο να μιλήσουν, των ενηλίκων που δεν θέλουν να ακούσουν, των οικογενειών που επιλέγουν να διατηρήσουν μια επίπλαστη ισορροπία αντί να αντιμετωπίσουν τις δυσάρεστες αλήθειες.
Και εδώ βρίσκεται η ουσιαστική δύναμη του έργου. Η βία δεν εμφανίζεται μόνο ως μια ακραία πράξη. Αναγνωρίζεται και ως μια νοοτροπία που μπορεί να διαμορφώνει συνειδήσεις, να περιορίζει προσωπικότητες και να καταστρέφει την εμπιστοσύνη.
866481685 28172635215742869 4020764858725692013 n
Μια παράσταση που δεν τελειώνει όταν σβήνουν τα φώτα
Το «Τα κορίτσια δεν πρέπει να παίζουν ποδόσφαιρο» είναι μια παράσταση που αξίζει να ιδωθεί πέρα από την ενδιαφέρουσα πλοκή της. Η πραγματική της αξία βρίσκεται στην ικανότητά της να μετατρέπει ένα φαινομενικά συγκεκριμένο οικογενειακό περιστατικό σε ένα ευρύτερο ερώτημα για την ανθρώπινη συνύπαρξη.
Πόσο καλά γνωρίζουμε τελικά τους ανθρώπους που αγαπάμε; Πόσες φορές ακούμε πραγματικά τα παιδιά μας και πόσες φορές απλώς περιμένουμε να ακούσουμε αυτό που θέλουμε; Πόσο συχνά συγχέουμε την προστασία με τον έλεγχο και την αγάπη με την ιδιοκτησία; Και, κυρίως, πόσο εύκολα αποδεχόμαστε μια αλήθεια όταν αυτή έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που έχουμε κατασκευάσει για τον εαυτό μας και τους άλλους;
Η παράσταση του Αποστόλη Ψαρρού δεν επιχειρεί να προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Επιλέγει να αφήσει τα ερωτήματα ανοιχτά, επιτρέποντας στο κοινό να αναμετρηθεί με τις δικές του βεβαιότητες.
Η δεύτερη χρονιά παρουσίασής της αποτελεί μια ευκαιρία για ακόμη περισσότερους θεατές να συναντήσουν ένα έργο που συνδυάζει το θεατρικό μυστήριο με την κοινωνική ευαισθησία και την ψυχολογική παρατήρηση. Η συνέχιση μιας τέτοιας παραγωγής έχει ενδιαφέρον όχι μόνο ως ένδειξη της ανταπόκρισης του κοινού, αλλά και επειδή τα ζητήματα που θέτει παραμένουν απολύτως ενεργά στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα.
Τελικά, το μεγαλύτερο ερώτημα που αφήνει πίσω της η παράσταση αφορά όλους εκείνους που βρίσκονται δίπλα μας και τους οποίους ίσως δεν έχουμε πραγματικά γνωρίσει ποτέ.
Γιατί το πιο επικίνδυνο δεν είναι πάντα αυτό που δεν γνωρίζουμε. Είναι αυτό που είμαστε βέβαιοι ότι γνωρίζουμε, χωρίς να έχουμε μπει ποτέ στον κόπο να ρωτήσουμε.
Και ίσως, τελικά, το σημαντικότερο μήνυμα αυτής της παράστασης να βρίσκεται ακριβώς εκεί: Δεν αρκεί να αγαπάμε τους ανθρώπους μας. Χρειάζεται να τους ακούμε, να τους αποδεχόμαστε και να τους επιτρέπουμε να είναι ο εαυτός τους.