
Η σχέση μου με το ρεμπέτικο είναι τόσο ισχυρή, σχεδόν κυτταρική. Ο γνωστός τραγουδιστής του ρεμπέτικου Τάκης Μπίνης έχει πει: “Αν δεν υπήρχε ο Μίνως Μάτσας δεν θα υπήρχε ρεμπέτικο τραγούδι”.
Φυσικά μιλούσε για τον παππού μου που υπήρξε διευθυντής της εταιρίας Odeon-Pαrlophone από το 1930, και ήταν αυτός που παρά το συγκρουσιακό κλίμα της εποχής, τόλμησε να ηχογραφήσει πρώτος τα τραγούδια του
Μάρκου Βαμβακάρη και κατόπιν το έργο των μεγάλων συνθετών της εποχής του ρεμπέτικου.
Ταυτόχρονα όμως, έγραψε τους στίχους για μερικά από τα ωραιότερα ρεμπέτικα τραγούδια όπως το “Μινόρε της αυγής”, “Ο Αντώνης ο βαρκάρης”, “Είσαι εσύ ο άνθρωπός μου”, “Μες τον οντά ενός πασά” κ.α.
Ήταν λοιπόν μοιραίο να βουτήξω κυριολεκτικά με τα μούτρα, πριν καν ασχοληθώ με τη σύνθεση, στον πλούτο αυτόν που λέγεται ρεμπέτικο τραγούδι.
Ανακάλυψα την ποίηση στα λόγια τους, την τελετουργία στους ρυθμούς τους, την ενστικτώδη δύναμη στο παίξιμο των οργάνων, τη μελαγχολία και το παράπονο που τόσο ταίριαζαν στον χαρακτήρα μου.
Κι από την άλλη τις φωνές όλων αυτών των πονεμένων ανθρώπων που με ένα “Αχ!” θαρρείς πως σήκωναν
στους ώμους τους όλη την πληγωμένη από τα βάσανα και τις κακουχίες Ελλάδα. Έμενα εκστατικός και
ταυτόχρονα μου δημιουργούσαν ένα τρομακτικό αίσθημα ελευθερίας τα γυρίσματα του Παγιουμτζή, του
Νταλγκά, η δύναμη και η ευαισθησία του Βαμβακάρη, του Παπαιωάννου, το κελάηδισμα της Παπαγκίκα,
η χάρη της Ρόζας, της Γεωργακοπούλου, της Χασκίλ, η γλύκα του Γκόγκου, η μαστοριά του Σκαρβέλη, του
Κάβουρα, του Τούντα, η αρτιότητα της τέχνης του Τσιτσάνη, του Χιώτη, του Μητσάκη, του Καλδάρα και
δεν τελειώνουν τα ονόματα των μεγάλων δημιουργών. Σκέφτομαι συχνά πόσο τυχερός λαός είμαστε για
να χωρέσουμε σε ένα τόσο μικρό κομμάτι γης τόσους πολλούς και σημαντικούς δημιουργούς. Η αλήθεια
είναι πως όταν έφτιαχναν τα διαμάντια αυτά δεν γνώριζαν την υψηλή μορφή τέχνης που άφηναν πίσω τους.
Ήθελαν να ξεφύγουν από τη σκληρή πραγματικότητα, τη φτώχεια, τη φυλακή, την εξορία, να μιλήσουν
για τις χαρές, τον θάνατο και τον έρωτα, και το τραγούδι ήταν η διέξοδός τους.
Με τον ίδιο τρόπο περίπου, την ίδια εποχή σε διαφορετικούς γεωγραφικούς παράλληλους τα fado της
Πορτογαλίας, τα tango της Αργεντινής και τα blues της Αμερικής έχοντας τις ρίζες τους σε κοινές κοινωνι-
κές, πολιτικές και πολιτισμικές εμπειρίες των λαών τους αναδείχθηκαν ως μέσο έκφρασης μέσα από την
προσπάθεια των ανθρώπων να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ζωής. Από την αναζήτηση της αγάπης
και την απώλεια μέχρι την αντίσταση απέναντι στην κοινωνική αδικία και την έκφραση της πνευματικής αναζήτησης. Αυτά τα είδη μουσικής μοιράζονται μια κοινή παράδοση, της αυθεντικότητας και της επανάστασης και εκφράζουν διαχρονικές αξίες που εμπνέουν και συγκινούν τους ακροατές τους σε όλο τον κόσμο μέχρι σήμερα, όπως και τα ρεμπέτικα. Θεωρώ συγγενείς μας τους εκφραστές των blues, ακόμη κι αν προήλθαν από την ύπαιθρο σε αντίθεση με τα ρεμπέτικα που ήταν τραγούδια της πόλης, το αιώνιο παράπονο του αποχωρισμού των fado (η λέξη σημαίνει “πεπρωμένο”) και ο άγριος ερωτισμός του tango, που από τα μπουρδέλα του Buenos Aires κατέκλυσε την Ευρώπη και όλη την υφήλιο.
Πιστεύω πως η μουσική είναι μία. Μας ενώνει, μας δονεί, μας συγκινεί, μας συναρπάζει. Από όπου κι αν
προέρχεται, αρκεί να έχει αλήθεια.
Στο πρώτο μέρος διάλεξα κάποια αγαπημένα μου ρεμπέτικα και τόλμησα να τους δώσω τον δικό μου
χαρακτήρα. Τα έπαιξα όπως τα άκουσα την πρώτη φορά κρατώντας το απόσταγμα της συγκίνησης που μου γέννησαν. Μετά ένωσα πάλι τα μέρη τους, συχνά παράλλαξα τη μελωδία, τον ρυθμό τους και πήρα την
ελευθερία να προσθέσω μουσικά μέρη που γεννήθηκαν από τα ίδια τα τραγούδια. Με έναν βασικό όρο:
να κρατήσω αυτό που αισθάνομαι ως ουσία.
Αφήστε για λίγο την καρδιά σας να πετάξει μακριά από τη βαρβαρότητα της εποχής σε ένα φανταστικό
μουσικό ταξίδι στον χώρο και τον χρόνο, όπου οι μορφές του ρεμπέτικου περιπλανώνται στις όχθες του
Mississippi, στη Λισαβόνα και το Buenos Aires παρέα με τον Robert Johnson, την Amalia Rodrigues και
τον Carlos Gardel.
Μίνως Μάτσας


